133 Ώρες
Μετάφραση από Nikoletta Samoili
Τι συνέβη στην Μπράιονι κατά τις 133 ώρες που δεν μπορεί να θυμηθεί;
Η Μπράιονι Τσάπλιν φτάνει στη δουλειά τραυματισμένη και αδιάθετη, μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι αγνοούνταν για περισσότερες από πέντε ημέρες. Δεν θυμάται πού βρισκόταν, τι της συνέβη ή πώς επέστρεψε.
Φοβούμενη ότι μπορεί να την είχαν ναρκώσει και απαγάγει, η Μπράιονι αρχίζει να αναζητά απαντήσεις μέσα στις αποσπασματικές αναμνήσεις της. Ανησυχητικά οράματα υποδηλώνουν ότι συνέβη κάτι τρομερό, όμως δεν μπορεί πλέον να εμπιστευτεί ούτε το ίδιο της το μυαλό. Με τη βοήθεια των φίλων της και ενός συνταξιούχου ντετέκτιβ, ακολουθεί ένα ίχνος προσεκτικά κρυμμένων στοιχείων που οδηγεί σε ένα σχολαστικά σχεδιασμένο έγκλημα — και σε κάποιον που τρέφει μια βαθιά προσωπική έχθρα.
Γρήγορο, καθηλωτικό και συναισθηματικά φορτισμένο, το 133 Ώρες είναι ένα ψυχολογικό αστυνομικό θρίλερ γεμάτο θαμμένα μυστικά, συγκλονιστικές προδοσίες και ανατροπές που κρατούν την αλήθεια διαρκώς απρόσιτη.
Ανακαλύψτε τι συνέβη στις χαμένες 133 ώρες — διαβάστε το 133 Ώρες σήμερα.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Όταν έβγαινα από το ασανσέρ, στον έβδομο όροφο, η ώρα είχε πάει σχεδόν 9:40. Άνοιξα σπρώχνοντας τις διπλές πόρτες, μπήκα στην μεγάλη αίθουσα και πήγα στο γραφείο μου , κουτσαίνοντας.
Όταν με είδε η Μάργαρετ, βγήκε από το γραφείο της και με ρώτησε: «Πού στην ευχή ήσουν;»
Όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα, γύρισαν να με κοιτάξουν. Μετά, κατέβασαν τα κεφάλια τους. Κάνουν ότι δεν ακούν, όμως τα αφτιά τους είναι τεντωμένα. Η ένταση είναι φανερή. Η Μάργκαρετ Χάμιλτον είναι η προϊσταμένη του τμήματός μου. Από τότε που μπήκα στην εταιρία, έχει μια σχέση αγάπης-μίσους με μένα. Δεν είναι προσωπικό. Δεν της αρέσει καθόλου όταν ο κύριος Ρόνσον κάνει σε κάποιον άλλον θετικά σχόλια για την δουλειά του εκτός από εκείνην, και ψάχνει κάθε ευκαιρία για να προσβάλλει κάποιον, όποιος κι αν είναι αυτός. Ειδικά όταν είναι κάποιος από τους νεότερους ή τις καινούργιες κοπέλες του προσωπικού, τις οποίες ξέρει ότι μπορεί να τρομοκρατεί. Η Μάργκαρετ είναι ψηλή και αδύνατη, με ένα πρόσωπο, που στην καλύτερη περίπτωση μοιάζει με μασημένο ζαχαρωτό. Τα κορίτσια του γραφείου αστειεύονται μαζί της λέγοντας ότι είναι η μετενσάρκωση της συνώνυμής της που έπαιξε την Κακιά Μάγισσα της Δύσης στην αυθεντική βερσιόν του Μάγου του Οζ. Είναι σκληρό, αλλά πάλι, έτσι είναι. Η Μάργκαρετ είναι στα πενήντα, παντρεμένη με μεγάλα παιδιά που έχουν φύγει από τη φωλιά. Μου έχουν πει ότι ζει με έναν κακό, σκληρό, τερατώδη άντρα, και γι’ αυτό κι εκείνη ξεσπάει τον θυμό της στους υφισταμένους της στο γραφείο. Αν είναι αλήθεια, τότε ίσως ας μην την απογοητεύσω, φτάνει να μην είμαι το θύμα. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή, είμαι υπό το βλέμμα της.
«Συγνώμη. Ξέρω ότι άργησα, αλλά είχα ένα μικρό ατύχημα καθώς ερχόμουν. Γλίστρησα και στραμπούληξα τον αστράγαλό μου, και έσπασα και το παπούτσι μου. Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.» Έριξα ένα χαμόγελο, ελπίζοντας ότι ο πόνος και η απελπισία μου, θα πυροδοτούσε κάποιο σημάδι συμπόνοιας.
«Άσε τις ανοησίες, Μπριόνι.» Μου φώναξε με τον πιο απαίσιο τρόπο. Αν ήταν θέμα καθυστέρησης ολίγων λεπτών, τότε δεν θα το επισήμανα καθόλου, αλλά δεν πρόκειται να τη γλιτώσεις με αυτή σου την συμπεριφορά. Πραγματικά μας απογοητεύεις. Δεν το λέω μόνο εγώ. Και ο κύριος Ρόνσον είναι θυμωμένος.»
Αυτό μου ήρθε πραγματικά, ξαφνικό. Δεν καταλαβαίνω γιατί το είπε αυτό. Ίσως είναι κάποιο κόλπο και προσπαθεί να με αιφνιδιάσει. «Τι εννοείτε; Δεν σας έχω απογοητεύσει ποτέ. Αγαπώ τη δουλειά μου. Πείτε μου τι εννοείτε.»
«Δεν μπορεί να μιλάς σοβαρά. Λείπεις, χωρίς καμιά εξήγηση, τρεις μέρες. Δεν μας έχεις πει τον λόγο, δεν ειδοποίησες για το πού είσαι και ούτε απαντούσες στις κλήσεις μας. Την Τρίτη είχαμε την μεγάλη παρουσίαση πελατών και την έχασες. Αυτήν που η ομάδα σου δούλεψε σκληρά για την ετοιμάσει και που οι πελάτες περίμεναν εδώ και τρεις μήνες να δουν, και νομίζεις πως αυτό θα περάσει έτσι;» Με κοίταξε από πάνω ως κάτω. «Και τώρα, ορμάς εδώ μέσα και μοιάζεις με πόρνη. Είσαι μουτζουρωμένη από το μακιγιάζ, τα μαλλιά σου είναι χάλια και μοιάζεις λες και κοιμόσουν όλες αυτές τις μέρες με αυτά τα ρούχα.» Τα μάτια της έγιναν πιο σκληρά. «Μοιάζεις σα να έχεις πιει το βόσπορο. Ή μήπως πήρες ναρκωτικά και μόλις γύρισες από κάποιο ταξίδι; Δεν ξέρω τι έκανες και βασικά, δεν με νοιάζει.»


Sed purus sem, scelerisque ac rhoncus eget, porttitor nec odio. Lorem ipsum dolor sit amet.